καὶ δή
καί δή, καὶ δὴ καί, v. δή IV.4.
καὶ δή, und nun, und sogar, nachdrücklich in Beziehung auf das Vorhergehende etwas Neues, Bedeutenderes anreihend, vollends, endlich, Il. 1.161 u. Folgde ; καὶ δὴ καί, und nun auch, ἄλλα τε σχεῖν χωρία καὶ δὴ καὶ Λῆμνον Her. 6.137, öfter ; ζώων τε γὰρ πάντων βίους καὶ δὴ καὶ τοὺς ἀνθρώπους Plat. Rep. X.618a (vgl. δή). – Oft = ἤδη, schon, sogleich, in Beziehung auf eine vorangehende Zeitbestimmung, ἐν ᾧ δὲ ταῦτα ἐβουλεύοντο, καὶ δὴ βασιλεὺς κατέστησεν ἐναντίαν τὴν φάλαγγα Xen. An. 1.10.10, indem sie noch beratschlagten, stellte der König schon, vgl. Hell. 6.4.13 ; ὡς ἄν μοι βέλτιστα δοκεῖ παρασκευασθῆναι καὶ δὴ πειράσομαι λέγειν Dem. 4.13, sogleich, vgl. 20.65. – Gesetzt, nimm den Fall, daß, καὶ δὴ δέδεγμαι· τίς δέ μοι τιμὴ μένει ; Aesch. Eum. 883 ; καὶ δὴ καὶ ἀποβαίνομεν εἰς τὴν χώραν Xen. An. 5.7.9, wie auch wir sagen : und nun steigen wir auch ans Land, für »und ich nehme auch an, wir steigen«.
καὶ δή
- nay further, Hdt.